Από τα Πορτρέτα Φαγιούμ στην Bυζαντινή Τέχνη...
Πορτραίτα Φαγιούμ!
Με τον όρο πορτραίτα Φαγιούμ εννοείται το σώμα των προσωπογραφιών που φιλοτεχνήθηκαν από τον 1ο έως τον 3ο αιώνα από συνεχιστές της ύστερης ελληνιστικής παράδοσης
της Αλεξανδρινής Σχολής και διασώθηκαν ως τη σημερινή εποχή. Τα πορτραίτα
ανακάλυψε και ανέφερε πρώτος ο ιταλός περιηγητής Πιέτρο ντελα Βάλλε το 1615 (Pietro Della Valle).
Αυτά τα νεκρικά πορτραίτα, προορισμένα για ταφική χρήση, πήραν το όνομά τους
από την όαση Φαγιούμ, στην οποία ανακαλύφθηκαν αρχικά, 85 χλμ νότια του Καΐρου.
Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που διεξήχθησαν από
αγγλικές και γαλλικές αποστολές στις αρχές του 19ου αιώνα έφεραν στην επιφάνεια περισσότερες
προσωπογραφίες, χωρίς ωστόσο να κεντριστεί το ενδιαφέρον των ειδημόνων της τέχνης.
Το 1887, κάτοικοι της περιοχής κοντά στο ελ-Ρουμπαγιάτ ανακάλυψαν και ανάσκαψαν
μουμιοποιημένα σώματα με προσωπογραφίες
στη θέση της κεφαλής. Τα συγκεκριμένα έργα αγόρασε ο Θίοντορ Γκραφ (1840–1903),
αυστριακός επιχειρηματίας και τα παρουσίασε σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και τη Νέα Υόρκη.
Ένα μεγάλο μέρος του συνόλου ωστόσο, ήλθε στην επιφάνεια χάρις στον άγγλο αρχαιολόγο Γουΐλιαμ Φλίντερς Πέτρι (Sir William
Flinders Petrie), ο οποίος τον Ιανουάριο του 1900 αναζητώντας την είσοδο της
πυραμίδας Χαουάρα στην όαση Φαγιούμ της Αιγύπτου, εντόπισε την ελληνορωμαϊκή
νεκρόπολη της Αρσινόης.
Οι μούμιες
είχαν ενσωματωμένα στο ύψος του προσώπου, πορτρέτα ζωγραφισμένα σε ξύλο
ή σε λινό σάβανο. Στη συνέχεια ενσωμάτωναν τα πορτρέτα στις μούμιες. Πολλά από
αυτά φιλοτεχνούνταν όσο ο άνθρωπος ήταν εν ζωή και είχαν διακοσμητική χρήση
στις κατοικίες. Τα πορτρέτα απεικονίζουν πρόσωπα που ανήκαν στην άρχουσα τάξη, Ρωμαίων
και Ελλήνων γαιοκτημόνων αλλά και όσων είχαν την οικονομική δυνατότητα
να έχουν μια πλούσια ταφή.
Τα πορτρέτα
αυτά είναι απόγονοι της ελληνιστικής ζωγραφικής, της αλεξανδρινής
σχολής που δημιουργήθηκε στην Αίγυπτο τον 4ο πχ αιώνα.
Πολλά από αυτά φιλοτεχνήθηκαν από Έλληνες
καλλιτέχνες, όταν μέρος του ελληνικού πληθυσμού εγκαταστάθηκε σε πόλεις όπως
την Αλεξάνδρεια και την Αίγυπτο όταν αυτές διοικούνταν από Έλληνες βασιλείς
μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Οι προσωπογραφίες
Φαγιούμ είναι ζωγραφισμένες με την τεχνική της εγκαυστικής
κυρίως ή της τέμπερας. Οι τεχνικές αυτές προέρχονται από την αρχαιοελληνική
ζωγραφική.
Οι προσωπογραφίες Φαγιούμ έδωσαν πολλά στη βυζαντινή
ζωγραφική και αποτελούν το συνδετικό κρίκο μεταξύ της αρχαίας ελληνικής
τέχνης και της βυζαντινής.
Τα .πορτρέτα Φαγιούμ δεν
αναπαράγουν πραγματικά χαρακτηριστικά αλλά παρουσιάζουν μια υπερβολή σ’ αυτά,
όπως μεγάλα εκφραστικά μάτια με τα έντονα περιγράμματα, επιμήκη μύτη, μικρό
στόμα και τα σφιχτά σφραγισμένα χείλη (όπως και στις βυζαντινές εικόνες).
Επίσης η μετωπικότητα
των μορφών και η στάση των τριών τετάρτων είναι χαρακτηριστικό στη βυζαντινή
τέχνη. Κοινά σημεία υπάρχουν και στην τεχνική και τα υλικά κατασκευής. Για
παράδειγμα το ξύλινο υπόστρωμα, η προετοιμασία του ξύλου, οι σκούροι προπλασμοί
πάνω στους οποίους ο ζωγράφος κτίζει τους φωτεινούς τόνους. Επίσης ίδια τεχνική
συναντάμε και στο πλάσιμο των ενδυμάτων, τα ψιμύθια, καθώς και τους γλυκασμούς.
Κοινά γνωρίσματα είναι η τεχνική της εγκαυστικής και της τέμπερας και η
παρουσία επιχρυσώσεων αφού σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν φύλλα χρυσού,
με τα οποία αποδίδονταν διακοσμητικά στεφάνια και κοσμήματα..
Τα πορτρέτα Φαγιούμ που είναι κατασκευασμένα με την τεχνική
της εγκαυστικής, είχαν ως συνδετικό υλικό το κερί της
μέλισσας το οποίο ανακάτευαν με χρώματα σε μορφή σκόνης.
ΕΓΚΑΥΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ
Η εγκαυστική ζωγραφική, ονομάζεται και
"ζωγραφική με ζεστό κερί", είναι η δημιουργία ζωγραφικών έργων με τη χρήση θερμασμένου κεριού
στο οποίο έχει προστεθεί χρωστική ουσία. Το υλικό αυτό, στην υγρή ή στην πιο
συμπυκνωμένη μορφή του (πάστα), απλώνεται στη επιφάνεια, συνήθως ξύλινη
αλλά και σε καμβά ή άλλα υλικά.
Η απλούστερη μίξη στη εγκαυστική μπορεί να γίνει προσθέτοντας χρώμα σκόνης
σε κερί μέλισσας. Υπάρχουν και άλλες συνταγές που μπορούν να
χρησιμοποιηθούν, κάποιες από τις οποίες περιλαμβάνουν και άλλα είδη κεριού, ρητίνη Δαμάρεως, λινέλαιο ή άλλα συστατικά. Μπορεί
να χρησιμοποιηθεί με αγνό χρώμα σκόνης ή σε μίγματα με χρώματα λαδιού ή άλλες
χρωστικές.
Μεταλλικά εργαλεία ή ειδικά πινέλα χρησιμοποιούνται για να σχηματίσουν το
χρωματικό μείγμα πριν αυτό κρυώσει. Επίσης θερμά μεταλλικά εργαλεία μπορούν να
χρησιμοποιηθούν για να μορφοποιήσουν το χρωματικό μείγμα που έχει προηγουμένως
ζωγραφιστεί και κρυώσει πάνω στη ζωγραφική επιφάνεια. Σήμερα, εργαλεία όπως
θερμαντικές λάμπες, πιστόλια θερμού αέρα και άλλες μέθοδοι θέρμανσης μπορούν να
χρησιμοποιηθούν για να δώσουν στο καλλιτέχνη τη δυνατότητα να επεκτείνει το
χρόνο που μπορεί να δουλέψει με το υλικό.
Επειδή το κερί χρησιμοποιείται ως συνδετικό υλικό, τα εγκαυστικά έργα μπορούν να σκαλιστούν το ίδιο καλά όπως ζωγραφίζονται. Άλλα υλικά μπορούν να ενθυλακωθούν ή κολληθούν στη επιφάνεια η κατά στρώματα, χρησιμοποιώντας το εγκαυστικό υλικό για να τα "δέσει" στη επιφάνεια.
XΡΩΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΕΤΡΑΧΡΩΜΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΓΝΩΤΙΑ ΚΛΙΜΑΚΑ
Τα χρώματα
που χρησιμοποιούσαν οι ζωγράφοι από την αρχαιότητα ανήκαν σε δυο κατηγορίες,
στα φυσικά (χημικά στοιχεία, ορυκτά και φυτικά παράγωγα) και τα τεχνητά και χρησιμοποιούνταν
σε μορφή σκόνης.
Για τη μετατροπή τους σε σκόνη αναγκαία ήταν
μια πλάκα από μάρμαρο ή αιγυπτιακό πορφυρίτη και μια μικρότερη πέτρα,
όπως θαλασσινό βότσαλο ως τρίφτης. Τα χρώματα αναμιγνύονταν με το συνδετικό
υλικό και φυλάσσονταν συνήθως μέσα σε όστρακα. Το συνδετικό υλικό, ανάλογα
τη χρήση, μπορούσε να ήταν μια κόλλα ή κολλώδης οργανική ουσία όπως ζωική κόλλα
ή ψαρόκολλα, ή ακόμα να προερχόταν από φυτικές εκκρίσεις όπως αραβική γόμμα.
Άλλη πιθανή εκδοχή είναι μια δυνατή κολλώδης ουσία φτιαγμένη από γάλα ή ξινόγαλα,
η λεγόμενη καζεΐνη. Εξαιρετικό συνδετικό υλικό είναι και ο κρόκος ή το
ασπράδι του αυγού καθώς και το κερί μέλισσας.
Ο Πολύγνωτος, μαζί με τον Μίκωνα, έκαναν τα σημαντικότερα
βήματα στην παρουσίαση του διαστήματος και του χώρου. Η σημαντικότερη όμως
προσφορά του Πολύγνωτου ήταν η αναλυτική χρήση των χρωμάτων με τα οποία
δουλεύει η φύση ως επί το πλείστον στο υλικό της μέρος (και όχι στο
ψευδαισθησιακό, όπως το χρώμα της θάλασσας και του ουρανού που ενώ είναι
διάφανη στην πραγματικότητα, φαίνονται γαλάζια, μπλε).
Τα καθαρά και έντονα χρώματα πχ
κόκκινο, κίτρινο, μπλέ κλπ, υπάρχουν στο υλικό μέρος της φύσης σε αναλογία
μικρότερη του 1/1000. Η ζωγραφική όφειλε να μιμείται τον χρωματικό τρόπο της
φύσης. Πρόκειται για την περίφημη «Πολυγνώτεια τετραχρωμία». Τα χρώματα αυτά
είναι: το άσπρο, το μαύρο, το κεραμιδή (χοντροκόκκινο), η ώχρα και όλα τα
παράγωγά τους (το γκρι, το καφέ, το πράσινο, το κίτρινο, το πορτοκαλί, κλπ.).
Η χρήση των «Πολυγνώτειων χρωμάτων»
χαρακτηρίζει ολόκληρη την αρχαία Ελληνική ζωγραφική (Αρχαϊκή, κλπ) αιώνες πριν
τον Πολύγνωτο. Η προσφορά του Πολύγνωτου έγκειται στην μεγαλύτερη ανάλυση των
χρωμάτων αυτών, δηλαδή στην παραγωγή περισσότερων χρωματικών διαβαθμίσεων πάνω
σε αυτή την χρωματική κλίμακα.
Τα χρώματα αυτά, αποδίδουν την
αίσθηση της συνέχειας και της ενότητας της συμφωνίας και της συνοχής και γι’
αυτό αποτελούν την αναγωγή στο Εν, στην συμπαντική ενότητα(το Εν ταυτίζεται με
τον Δία, τον Θεό, τον Νου, την Ειμαρμένη, αλλά και με πολλά άλλα ονόματα
επονομάζεται αυτή η ανώτατη θεότητα του παντός όπως μας λέει ο Ζήνων ο
Κιτιεύς).
Δίκαια λοιπόν έχει αποκληθεί και
«τετραχρωμία της Αγάπης» (καθώς η Αγάπη είναι η αναγωγή προς την μία των πάντων
αρχή, η ένωση με το πάν, με το Έν).
Ο Πλάτωνας επίσης, αναφέρει ότι αν
ζωγραφίζοντας κανείς ένα πρόσωπο δεν χρησιμοποιήσει Πολυγνώτεια χρώματα, αλλά
κάποια άλλα, θα χάσει την φυσική χροιά του ανθρώπινου προσώπου.
-Ο Αγάθαρχος ο οποίος ήταν ο
σημαντικότερος σκηνογράφος του 5ου αιώνα. Είχε γράψει πραγματεία από την οποία
άντλησαν στοιχεία ο Δημόκριτος και ο Αναξαγόρας και έγραψαν μελέτες για «τον
τρόπο με τον οποίο τα επιπέδου επιφανείας ζωγραφισμένα αντικείμενα φαίνονται
στην εικόνα είτε ως να προέχουν είτε ως να αφίστανται από το βάθος της».
Ας δούμε
όμως τώρα τα κυριότερα χρώματα της τετραχρωμίας ένα προς ένα:
Άσπρα
χρώματα: Το σημαντικότερο άσπρο χρώμα ήταν το λευκό του μολύβδου. Αν και απαντάται
στη φύση με τη μορφή του ορυκτού κερουσίτη, υπήρξε από τις πρώτες
χρωστικές που παρασκευάστηκε τεχνητά από μεταλλικό μόλυβδο και ξύδι.
Ο Πλίνιος αναφέρει ότι το πιο ξακουστό
εργαστήριο ήταν στη Ρόδο. Η χρήση του συνεχίστηκε μέχρι και τον 18ο
αι όμως ήταν δηλητηριώδες και μαύριζε με τον καιρό, έτσι αργότερα
αντικαταστάθηκε από τον τσίγκο (οξείδιο του ψευδαργύρου) και αργότερα από το
οξείδιο του τιτανίου (σήμερα στο εμπόριο το βρίσκουμε με την ονομασία ΑΣΠΡΟ ΤΟΥ
ΤΙΤΑΝΙΟΥ).
Η μηλιά είναι κι αυτή ένα λευκό χρώμα
που βρίσκεται σε φυσική μορφή ανάμεσα στα βράχια και η καλύτερη βρισκόταν στη
Μήλο απ’ όπου πήρε και το όνομά της. Για λευκό χρώμα χρησιμοποιήθηκε και η κιμωλία
(ασβέστιο).
Μαύρα χρώματα: Το μαύρο
χρώμα είναι ο άνθρακας (το κάρβουνο), το σπουδαιότερο χημικό στοιχείο που
χρησιμοποιήθηκε ως χρώμα και το έπαιρναν από την καύση οστών ενώ το καλύτερο
μαύρο έβγαινε από το καμένο φίλντισι. Μαύρο έπαιρναν επίσης και από
καύση ξύλων. Το καλύτερο ξυλοκάρβουνο θεωρούταν ότι προέρχεται από νέα
βλαστάρια κλήματος αμπέλου. Ξυλοκάρβουνα χρησιμοποιούνταν με τη μορφή λεπτών
ράβδων για τη σχεδίαση. Για να χρησιμοποιηθεί σαν χρώμα μετατρεπόταν σε σκόνη.
Καλής ποιότητας μαύρο προερχόταν από το κουκούτσι του ροδάκινου και τα κελύφη
των αμυγδάλων. Άλλο μαύρο ήταν το φούμο (καπνιά) που μετατρεπόταν σε
μελάνι με την ανάμιξή του με κόμμι. Για την παραγωγή του άφηναν μια
φλόγα να παίζει κάτω από μια ψυχρή επιφάνεια και μάζευαν την καπνιά που
συσσωρευόταν σ’ αυτήν. Η φλόγα συνήθως δημιουργείτο από λαμπάδα από κερί
μέλισσας.
Κίτρινα χρώματα: Τα
κίτρινα χρώματα που χρησιμοποιούνταν ευρέως ήταν οι ώχρες, κίτρινες
γαίες προερχόμενες από τη σκουριά του σιδήρου. Άλλο κίτρινο σκούρο χρώμα είναι
η σιέννα ωμή που προέρχεται απ’ τη γη και πήρε το όνομά της από την πόλη
Σιένα όπου και βρέθηκε. Για την παραγωγή κίτρινου χρώματος
χρησιμοποιούταν επίσης και ο κρόκος, ζαφούρα.
Κόκκινα
χρώματα: Ως κόκκινα
χρώματα χρησιμοποιούνταν τα οξείδια του σιδήρου. Τα κοιτάσματα του αιματίτη
θεωρούνταν σημαντική πηγή για κόκκινο χρώμα. Μια κόκκινη ώχρα που είναι γνωστή
από την αρχαιότητα είναι η σινώπια (Fe2O3) που
χρωστά το όνομά της στην πόλη Σινώπη του Ευξείνου Πόντου απ’ όπου
προερχόταν η καλύτερη ποιότητα. Εξαιρετικής ποιότητας έβγαινε και απ’ τις
σπηλιές της Λήμνου και της Καππαδοκίας. Ένα κόκκινο προς πορτοκαλί είναι η σανδαράχη,
φυσικό χρώμα, ορυκτό, το θειούχο αρσενικό (As2S2) και χρησιμοποιούταν
μέχρι τον 19ο αιώνα. Ένα απ’ τα φωτεινά κόκκινα χρώματα είναι
το κιννάβαρι ή βερμιγιόν (HgS) που βγαίνει από τον υδράργυρο,
μετά από αλλεπάλληλες καύσεις με θείο. Άλλο κόκκινο χρώμα είναι το
χονδροκόκκινο, προερχόμενο από την σκουριά του σιδήρου. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης
και οι κόκκινες λάκκες που ήταν οργανικής προελεύσεως όπως η λάκα από κόμμι
Ινδιών, από κισσό και από κόκκο. Τέλος τεχνητό κόκκινο χρώμα ήταν και το μίνιο
ή κόκκινο του μολύβδου (Pb3O4).
Εκτός όμως
αυτά τα χρώματα που είναι τα βασικά της τετραχρωμίας, χρησιμοποιούσαν και
κάποια έξτρα χρώματα ‘’βοηθητικά’’ όπως είναι καλύτερα να τα λέμε σήμερα.
Δυστυχώς
λίγοι είναι σήμερα οι καλλιτέχνες που
δουλεύουν τα έργα τους μόνο με τα βασικά τέσσερα χρώματα χρησιμοποιώντας τα βάση της Πολυγνώτιας Κλίμακας έτσι
ώστε από
αυτά να μπορούν να δημιουργούν την μαγεία της δημιουργίας μιας σειράς
διαφορετικών
χρωματικών επιλογών.
Έτσι λοιπόν
σήμερα μπορούμε να βρούμε στο εμπόριο μια μεγάλη ποικιλία χρωστικών σε ότι
χρώμα μπορούμε να θελήσουμε.
Το σωστό
όμως είναι να αποφεύγουμε την χρήση τους και να μάθουμε να δημιουργούμε εμείς
μόνοι μας τα χρώματα που θέλουμε.
Ας δούμε
όμως μερικά πολύ βασικά «βοηθητικά» χρώματα:
. Για την
παραγωγή του απαιτούνταν περίπλοκες μέθοδοι γι’ αυτό και ήταν ένα ακριβό υλικό
και μέσον για πολυτέλεια.
Άλλη μια ομάδα μπλε είναι οι ενώσεις χαλκού με
αμμωνία.. Το μπλε κοβαλτίου χρησιμοποιήθηκε ευρέως καθώς επίσης και το λαζούρι.
Λαζούρι ονομαζόταν και το ινδικό, που είναι ένα χρώμα μαβί, φυτικό και το
έφερναν απ’ την Ινδία, ενώ αργότερα αντικαταστάθηκε από το λουλάκι που είναι
επίσης φυτικό προϊόν και έχει χρώμα βαθύ μπλε. Μπλε χρώματα έχουμε και
προερχόμενα από βιολέτες και κυανούς.
Άλλο πράσινο χρώμα είναι ο μαλαχίτης,
ένα πράσινο ορυκτό που χρησιμοποιήθηκε ήδη στην προδυναστική Αίγυπτο, μέχρι το
1800, οπότε αντικαταστάθηκε από τις συνθετικές πράσινες χρωστικές. Επίσης
χρησιμοποιούνταν και οι πράσινες γαίες που αποκαλούνται και terraevertae.
Κάποια χρώματα ήταν ακριβά, για παράδειγμα τα ορυκτά που έρχονταν από μακριά. Άλλα χρώματα ήταν δυσεύρετα, ενώ τα τεχνητά χρώματα είχαν δύσκολη και χρονοβόρα παρασκευή. Αυτοί οι παράγοντες σε συνδυασμό με τις προσωπικές προτιμήσεις και την τεχνοτροπία που ακολουθούσε ο ζωγράφος, επηρέαζαν την επιλογή του.




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλώ μπορείτε να σχολιάζετέ ,τα σχόλια που γίνονται με καλή πρόθεση είναι πάντα δεχτά!